διάσκεψις

διάσκεψις, εως, ,
A inspection, examination,

περί τινος Pl.Lg.697c

, Luc.Anach.21, Posidon. ap. Gal.5.469, cf. Lyd.Mag.1.45: in pl., questions for decision, Plu.Tim.38.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάσκεψις — inspection fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκέψει — διάσκεψις inspection fem nom/voc/acc dual (attic epic) διασκέψεϊ , διάσκεψις inspection fem dat sg (epic) διάσκεψις inspection fem dat sg (attic ionic) διασκέπτομαι fut ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκέψεις — διάσκεψις inspection fem nom/voc pl (attic epic) διάσκεψις inspection fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκέψεσι — διάσκεψις inspection fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκέψεσιν — διάσκεψις inspection fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάσκεψιν — διάσκεψις inspection fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Hunnius — Hunnius, 1) Ägidius, geb. 21. Dec. 1550 in Wienenden, studirte 1565–74 in Tübingen Theologie, war erst Repetent u. seit 1574 Diakon daselbst, wurde 1576 Professor u. Prediger in Marburg, wo er durch seine heftige Vertheidigung der Ubiquitätslehre …   Pierer's Universal-Lexikon

  • διάσκεψη — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζονται ορισμένες συναντήσεις, όπου συζητούνται ζητήματα ειδικού ενδιαφέροντος. Στις διεθνείς σχέσεις οι δ. δεν διακρίνονται στην πράξη από τα συνέδρια, αν και κάποια λεπτή θεωρητική διάκριση τείνει να ονομάζει δ. τις… …   Dictionary of Greek

  • Μακκάς, Λέων — (Αθήνα 1892 – 1972). Διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε βουλευτής (1928 33, 1946 56), υπουργός Προεδρίας (1932), υπουργός γενικός διοικητής των Ιόνιων Νησιών (1944 45), υπουργός Ναυτικών (1950), Βιομηχανίας (1951), Εμπορίου (1954 55), μόνιμος… …   Dictionary of Greek

  • διασκέψεων — διασκέψεω̆ν , διάσκεψις inspection fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκέψεως — διασκέψεω̆ς , διάσκεψις inspection fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.